Της Κατερίνας Μερκούρη
Σ. Κόλλιας, “τα γεγονότα όπως τα έζησα”.
Οι βραδιές για τους άντρες ήταν συχνά πιο ευχάριστες. Μαζεύονταν στα καφενεία του χωριού και περνούσαν την ώρα τους με κουβέντα και παιχνίδια: χαρτιά, τάβλι και διάφορες άλλες παρέες. Εκτός από τα καφενεία, γεμάτες κόσμο ήταν και οι πλατείες. Παρέες στέκονταν όρθιες και συζητούσαν για τα νέα του τόπου.
Οι περισσότεροι άντρες φορούσαν τραγιάσκα, ενώ συνήθως ήταν ντυμένοι με τα ρούχα της δουλειάς. Σπάνια κάποιος έβαζε καθαρά για να βγει το βράδυ. Στα καφενεία και στις πλατείες γίνονταν και οι περισσότερες συναλλαγές του χωριού. Εκεί κανονίζονταν οι πληρωμές, τα μεροκάματα και κάθε είδους συμφωνία, αφού τηλέφωνα δεν υπήρχαν.
Όταν οι άντρες γύριζαν από το καφενείο, σταματούσαν στη ρούγκα όπου κάθονταν οι γυναίκες. Τότε η παρέα γινόταν ακόμα πιο όμορφη. Ο καθένας έλεγε το ανέκδοτό του και τα γέλια ακούγονταν σε όλη τη γειτονιά.
Παρόλο που υπήρχε φτώχεια και πολλές δυσκολίες, δεν έλειπαν οι στιγμές χαράς. Η ρούγκα, τα πανηγύρια, οι γιορτές, οι αρραβώνες και οι γάμοι έδιναν ζωή στο χωριό. Ακούγονταν τραγούδια, χοροί, καμιά φορά ερχόταν και θέατρο στα καφενεία ή ο αγαπημένος καραγκιόζης.
Μεγάλη χαρά μας έδινε και το ίδιο το τοπίο. Τα βουνά ήταν γεμάτα δάση, οι κάμποι καταπράσινοι και οι θάλασσες καθαρές. Πουλιά από κάθε λογής γέμιζαν τον ουρανό, ενώ μικρά ρυάκια έτρεχαν καθαρό νερό χειμώνα και καλοκαίρι. Το πιο σημαντικό όμως ήταν ο καθαρός αέρας και η ησυχία. Πολύ σπάνια ακουγόταν μηχανή. Αντίθετα, ακούγονταν συνεχώς τα κοκόρια να λαλούν, το κελάηδισμα των πουλιών και τη νύχτα οι αμέτρητοι βάτραχοι στους βάλτους. Ήταν μια μικρή μαγεία.
Σήμερα έχουν χαθεί οι αλάνες που υπήρχαν παντού. Εκεί περνούσαμε τις ελεύθερες ώρες μας όλα τα παιδιά, παίζοντας παιχνίδια που πλέον σχεδόν δεν υπάρχουν. Τα αγόρια παίζαμε τα δικά μας παιχνίδια, ενώ τα κορίτσια τραγουδούσαν και χόρευαν δημοτικούς χορούς, συρτά και καλαματιανά.
Σε κάθε γειτονιά οι αλάνες γέμιζαν από εκατοντάδες παιδιά. Οι περισσότερες οικογένειες είχαν πάνω από πέντε παιδιά και έτσι τα απογεύματα και τις γιορτές γίνονταν μεγάλες συγκεντρώσεις. Πολλές γυναίκες γεννούσαν συνεχώς από τότε που παντρεύονταν μέχρι που τα πρώτα τους παιδιά είχαν φτάσει ακόμη και τα τριάντα χρόνια. Υπήρχαν περιπτώσεις όπου η κόρη γεννούσε παιδί και λίγο αργότερα γεννούσε και η μητέρα της. Έτσι συνέβαινε κάποιες φορές ο ανιψιός να είναι μεγαλύτερος από τον θείο του.
Στο δικό μας σπίτι ήμασταν πέντε αδέλφια. Σε άλλα σπίτια υπήρχαν ακόμη περισσότερα. Θυμάμαι να λένε για μια γειτόνισσα, την Άρτεμις Κωνσταντίνου Γκίνη, που είχε γεννήσει 24 φορές, αν και τελικά έζησαν λίγα από τα παιδιά της.
Τότε όλες σχεδόν οι γυναίκες γεννούσαν στο σπίτι, με τη βοήθεια της μαμής, μιας γυναίκας που είχε κάποια εμπειρία και γνώση. Παλαιότερα μάλιστα είχαν συμβεί απίστευτα πράγματα. Υπήρχαν γυναίκες που γέννησαν ακόμη και στα χωράφια, την ώρα που θέριζαν.
Πριν από το 1950 ελάχιστες γυναίκες είχαν γεννήσει σε μαιευτήριο. Αργότερα όμως, καθώς οι οικογένειες άρχισαν να κάνουν λιγότερα παιδιά, τα παιδιά είχαν καλύτερη φροντίδα και τα παρακολουθούσε παιδίατρος. Έτσι σταμάτησε σιγά σιγά ένα μεγάλο δράμα που υπήρχε παλιότερα στο χωριό: να πεθαίνουν μωρά και μικρά παιδιά.
Στα παιδικά μου χρόνια όμως είδα να πεθαίνουν συχνά και νέοι άνθρωποι από φυματίωση. Πολλές φορές έκλαψα πικρά για φίλους, συγγενείς και γείτονες που έφευγαν τόσο νωρίς. Η αρρώστια τότε ήταν πολύ μεταδοτική και το μικρόβιο περνούσε εύκολα από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ολόκληρες οικογένειες είχαν χαθεί από τη φυματίωση και όλοι φοβόμασταν να πλησιάσουμε αγαπημένα πρόσωπα που είχαν αρρωστήσει.
Αυτό που θυμάμαι ακόμη και σήμερα με πόνο είναι τρία πρώτα μου ξαδέρφια: ο Σωτήρης Ν. Κόλλιας και οι αδελφές του, η Κούλα και η Τασία. Έμεναν δίπλα μας και πέθαναν από φυματίωση σε ηλικία μόλις 20 έως 25 ετών.
Όταν πέθαινε κάποιος από φυματίωση, η οικογένεια σφράγιζε το δωμάτιο όπου έμενε ο ασθενής. Έκλειναν πόρτες και παράθυρα και άναβαν φωτιά στο κέντρο του δωματίου με θειάφι. Το δωμάτιο έμενε κλειστό πάνω από έναν μήνα με τον καπνό μέσα. Μετά το χρησιμοποιούσαν ξανά, πιστεύοντας ότι είχε καθαρίσει από το μικρόβιο. Όσα αντικείμενα είχε χρησιμοποιήσει ο ασθενής —ρούχα, κρεβάτια, καρέκλες και σκεύη— τα πήγαιναν μακριά και τα έκαιγαν.
Όσο περνούσε ο καιρός, ο φόβος μεγάλωνε. Κανείς δεν ήξερε τι μπορούσε να συμβεί από τη μια μέρα στην άλλη. Ακούγαμε συχνά ότι θα βρεθεί φάρμακο και κρατούσαμε μια μικρή ελπίδα. Υπήρχαν και τα σανατόρια, ειδικά ιδρύματα για φυματικούς, που βρίσκονταν μακριά από τις πόλεις, μέσα σε δάση με πεύκα και έλατα. Εκεί πίστευαν ότι το καθαρό οξυγόνο, η καλή διατροφή και η ησυχία βοηθούσαν τους ασθενείς να ζήσουν περισσότερο.
Στην Αθήνα θυμάμαι τρία τέτοια σανατόρια: το νοσοκομείο Σωτηρία, ένα του Παπαδημητρίου στα Μελίσσια και ένα ακόμη ψηλά στην Πάρνηθα.
Και τότε, όταν το μικρόβιο είχε εξαπλωθεί παντού, συνέβη κάτι που φαινόταν σαν θαύμα. Γύρω στα 1945-46 γράφτηκε στις εφημερίδες ότι ένας Σκωτσέζος γιατρός, ο Φλέμινγκ, ανακάλυψε το φάρμακο για τη φυματίωση. Στην αρχή λίγοι το πίστεψαν, γιατί παρόμοιες ειδήσεις είχαν ακουστεί και παλιότερα. Αυτή τη φορά όμως ήταν αλήθεια.
Η πενικιλίνη και η στρεπτομικίνη έφτασαν στην Ελλάδα περίπου το 1946 και έσωσαν ανθρώπους που βρίσκονταν στα πρόθυρα του θανάτου.
Από τότε δεν άκουσα ξανά στο χωριό ότι πέθανε κάποιος από φυματίωση. Αντίθετα, άκουγα για ανθρώπους που θεραπεύονταν, εργάζονταν, παντρεύονταν και έκαναν οικογένεια. Ήταν μια μεγάλη ανακούφιση για όλους, αλλά και μια πίκρα για εκείνους που χάθηκαν πριν φτάσει το φάρμακο.
Η πρώτη που σώθηκε στα Καλύβια ήταν η Ελένη Γ. Λαδά, που έμενε στην οδό Σουνίου και ήταν τότε μόλις 15 χρονών. Μετά από αυτήν θεραπεύτηκαν πολλοί ακόμη και έζησαν μια φυσιολογική ζωή μέχρι τα βαθιά τους γεράματα.
Η φωτογραφία προέρχεται από το οικογενειακό αρχείο του συγγραφέα και δείχνει τα Καλύβια όπως φαίνονται από τη Δεξαμενή, στις 10 Μαρτίου 1966.
