Οι «Στρατοί» των ανθρώπων - Saronikos Radio

Οι «Στρατοί» των ανθρώπων

 

Της Ματίνας Καρελιώτη

Στις οργανωμένες κοινωνίες ο άνθρωπος δεν ζει μόνος. Η ζωή του αναπτύσσεται μέσα σε ομάδες, θεσμούς, κύκλους επιρροής. Από τη φύση του επιζητεί την συνύπαρξη, την αποδοχή, την επικοινωνία. Η ανάγκη του να ανήκει κάπου δεν είναι ελάττωμα, είναι στοιχείο της ανθρώπινης συγκρότησης. Χωρίς αυτήν, δεν θα υπήρχε κοινωνία, δεν θα υπήρχε πολιτισμός.

Κι όμως, η ίδια αυτή ανάγκη μπορεί να μετατραπεί σε αφορμή περιορισμού της ελευθερίας. Όταν η ένταξη σε μια ομάδα παύει να αποτελεί ελεύθερη επιλογή και μεταβάλλεται σε άκριτη προσχώρηση, τότε η κοινωνική σχέση χάνει τον δημιουργικό της χαρακτήρα και αποκτά χαρακτηριστικά εξάρτησης.

Οι ομάδες, όταν λειτουργούν υγιώς αποτελούν χώρους ανταλλαγής ιδεών και συνεργασίας. Όταν όμως αρχίζουν να απαιτούν ομοφωνία αντί για διάλογο και πίστη αντί για κρίση, παύουν να είναι κοινότητες και αποκτούν «χαρακτηριστικά» στρατών.

Γύρω μας υπάρχουν παντού τέτοιοι στρατοί. Πολιτικοί, θρησκευτικοί, ιδεολογικοί, οπαδικοί, κοινωνικοί. Άλλοτε εμφανείς κι άλλοτε υπόγειοι, σχεδόν αδιόρατοι. Δεν έχουν όλοι αρχηγό με επίσημο τίτλο, έχουν όμως κανόνες. Και, πέρα απ’ τους κανόνες, έχουν «σύνορα». Ξέρουν ποιος είναι μέσα και ποιος είναι έξω. Ποιος τους «ανήκει» και ποιος είναι ξένος. Ποιος δικαιούται επιείκεια και ποιος πρέπει να γίνει στόχος.

Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι υπάρχουν αυτοί οι στρατοί. Είναι, ότι πολλοί απ’ όσους βρίσκονται μέσα σε αυτούς δεν γνωρίζουν καν πως έχουν «στρατευθεί». Γιατί ο άνθρωπος δεν εισέρχεται σε μια ομάδα με πλήρη επίγνωση του τι ακριβώς πράττει. Δεν λέει, δηλαδή, σήμερα θα παραδώσω ένα μέρος της κρίσης μου για να αποκτήσω την ασφάλεια του «ανήκω». Η διαδικασία είναι  λεπτότερη και γι’ αυτό και αποτελεσματικότερη.

Ο προσηλυτισμός, άλλωστε, σπάνια εμφανίζεται με την χονδρότητα της ανοιχτής απαίτησης. Μπαίνοντας στην ομάδα δεν θα σου ζητήσουν πιστή και υποταγή. Αλλά θα σου προσφέρουν κάτι πιο γοητευτικό: αποδοχή. Θα σου δώσουν ρολό, αίσθημα αξίας, μια θέση σε ένα σχήμα που όλα είναι εξηγήσιμα. Θα σου υποδείξουν «εχθρούς», διότι ως γνωστόν οι κοινοί εχθροί ενώνουν γρηγορότερα από τις κοινές αρχές. Θα σου υποσχεθούν βεβαιότητα. Από εκεί και πέρα η μετάβαση γίνεται αδιόρατα. Η αποχώρηση δε, μεταφράζεται σε ηθική πτώση. Και κάπως έτσι διαγράφεται καθαρά η διαφορά ανάμεσα στην κοινότητα και στον «στρατό». Η κοινότητα ανέχεται την αμφιβολία ενώ ο στρατός την φοβάται. Η κοινότητα αντέχει την αποχώρηση, ενώ ο στρατός την ερμηνεύει ως προδοσία. Η κοινότητα μετασχηματίζεται, ενώ ο στρατός οχυρώνεται.

Και για να μιλήσουμε σε μια κλίμακα που οι περισσότεροι αντιλαμβανόμαστε, ας κοιτάξουμε αυτό το φαινόμενο μέσα από το πρίσμα της τοπικής αυτοδιοίκησης. Στον δήμο, στην τοπική κοινωνία, οι παρατάξεις δεν είναι αφηρημένοι ιδεολογικοί μηχανισμοί. Έχουν πρόσωπα συγγένειες, αντιπάθειες, υποχρεώσεις, διαδρομές παράλληλες και παλιές. Θεωρητικά βεβαία, όλα ξεκινούν ως συμπράξεις ανθρώπων, που έχουν ένα κοινό όραμα για τον τόπο. Θεωρητικά πάντα! Διότι σε αυτόν τον χώρο το όραμα συμπλέκεται με τα οφέλη, τις προσδοκίες, την ευγνωμοσύνη, την υποχρέωση. Και για να είμαστε ειλικρινείς αυτό ως ένα βαθμό είναι κατανοητό σε επίπεδο πολίτικης. Εκεί που οι άνθρωποι συνδέονται, συνεργάζονται και επενδύουν προσωπικά σε μια κοινή πορεία, δημιουργούνται δεσμοί που δεν είναι μόνο ιδεολογικοί, αλλά και ανθρώπινοι.

Το ζήτημα, όμως, αρχίζει από την στιγμή που τα προσωπικά μετατρέπονται σε πολιτικά με τρόπο ανεξέλεγκτο και πολλές φορές άδικο. Όταν μια παλιά συνεργασία που δεν ευδοκίμησε, μια προσδοκία που δεν εκπληρώθηκε, μια φιλοδοξία που πληγώθηκε ή μια σχέση που διαταράχθηκε, μεταφέρεται αυτούσια στο πεδίο της δημόσιας δράσης, τότε η πολιτική παύει να αφορά τον τόπο και αρχίζει να αφορά πρόσωπα και έτσι οι επιλογές δεν καθορίζονται από προτάσεις, αλλά από αντιπαραθέσεις. Η ένταξη σε μια ομάδα δεν γίνεται μόνο από συμφωνία, αλλά από ανάγκη αντιπαλότητας. Εκεί ακριβώς αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της συμμετοχής. Γιατί όταν το προσωπικό πάθος ντύνεται με τον μανδύα της «ιδεολογίας», τότε η κρίση θολώνει και η ευθύνη μετατίθεται. Και πλέον ο σκοπός δεν είναι η καλύτερη πρόταση, αλλά η νίκη και η επικράτηση.

Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον διαμορφώνεται σταδιακά μια ιδιότυπη σιωπηλή συμμόρφωση. Ο άνθρωπος διστάζει να εκφράσει αυτό που πραγματικά πιστεύει, φοβούμενος ότι θα απομονωθεί ή θα θεωρηθεί ασυνεπής. Έτσι η συμφωνία δεν είναι πάντοτε αποτέλεσμα πεποίθησης, αλλά συχνά αποτέλεσμα ανάγκης να παραμείνει κανείς εντός του κύκλου.

Γι’ αυτό και είναι τόσο δύσκολο να φύγει κανείς. Διότι η έξοδος από έναν τέτοιο «στρατό» δεν είναι απλή μετακίνηση. Είναι απώλεια σχέσεων, υποστήριξης, ρόλου ακόμη και ταυτότητας. Ο άνθρωπος δεν φοβάται μόνο τι θα πουν οι άλλοι. Φοβάται και ποιος θα απομείνει ο ίδιος όταν πάψει να ανήκει.

Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα που όταν κάποιος αποφασίζει να αποχωρήσει σπάνια συναντά απλά την διαφωνία. Σίγουρα θα συναντήσει την αμφισβήτηση των κινήτρων του, υπαινιγμούς αχαριστίας, ψυχρότητα, υποτίμηση, ανυπόστατες φήμες με σκοπό την δολοφονία του χαραχτήρα του. Γιατί; Γιατί η αποχώρηση λειτουργεί ως σιωπηρή αποκάλυψη προς τους άλλους πως ναι, υπάρχει κι άλλος δρόμος.

Έτσι ακριβώς οι άνθρωποι γίνονται εργαλεία χωρίς να το καταλαβαίνουν. Όχι επειδή στερούνται νοημοσύνης αλλά επειδή αντανακλαστικά υποκαθιστούν την προσωπική κρίση. Δυστυχώς η ανεξάρτητη σκέψη έχει βαρύ κόστος. Σημαίνει να αντέχεις την απόσταση, την παρεξήγηση, την μοναξιά. Να αλλάζεις γνώμη χωρίς να νιώθεις προδότης. Να μην χωράς πάντοτε σε έτοιμα σχήματα. Μα αυτή είναι και η αληθινή δοκιμασία του ανθρώπου.

Το ζητούμενο λοιπόν είναι να αναλογιστούμε που και για ποιο λόγο ανήκουμε. Αν μπορούμε να κατορθώσουμε να ζήσουμε μαζί χωρίς να στρατευόμαστε τυφλά και αν θα παραμείνουμε άνθρωποι σε καιρούς που συχνά μας θέλουν πειθήνια όργανα.

Γιατί η πιο ύπουλη ήττα δεν είναι να νικηθείς από τον άλλο. Είναι να παραιτηθείς από μόνος σου από την ελευθερία του νου σου και να ονομάσεις  την «συστράτευση»… «συνεργασία».