Ανθολόγηση: Κατερίνα Μερκούρη
Θυμάμαι ένα από εκείνα τα πανηγύρια που έμεναν χαραγμένα στη μνήμη. Ήταν στις 24 Μαρτίου, παραμονή του Ευαγγελισμού στα Καλύβια, όταν γιόρταζε η Ευαγγελίστρια, η εκκλησία του χωριού μας στην κεντρική πλατεία. Παρ’ όλη τη δυστυχία και τις δυσκολίες της εποχής, ο κόσμος έβγαινε από τα σπίτια του για να βρεθεί στο πανηγύρι, να ξεχαστεί λίγο και να γλεντήσει.
Σχεδόν όλα τα καφενεία έφερναν μουσικά συγκροτήματα με κλαρίνα, βιολιά, σαντούρια και άλλα όργανα. Ο χορός κρατούσε δυο ολόκληρα βράδια, παραμονή και ανήμερα, πολλές φορές ως το πρωί.
Εκείνο το βράδυ, μόλις άρχισαν να παίζουν το πρώτο τραγούδι στο καφενείο «Ο Παράδεισος», μπήκε ξαφνικά ο Στάθης και τους σταμάτησε. Ανέβηκε στη σκηνή και είπε στον κόσμο πως μπορούσαν να διασκεδάσουν, να χορέψουν και να χαρούν, αλλά απαγορευόταν αυστηρά το σπάσιμο πιάτων και ποτηριών. Προειδοποίησε μάλιστα πως όποιον έπιανε να σπάει, θα τον έκλεινε στο κρατητήριο και την άλλη μέρα θα τον πήγαινε στο αυτόφωρο.
Αφού έδωσε εντολή να συνεχίσουν τα όργανα, κατέβηκε από τη σκηνή. Κοντά εκεί καθόταν μια παρέα φίλων του, που θέλησαν να τον κεράσουν. Στην αρχή αρνήθηκε, λέγοντας πως είχε μεγάλη ευθύνη εκείνο το βράδυ. Όμως ένα μεζεδάκι, μια μπύρα, ύστερα άλλο ένα, κι έτσι σιγά σιγά ξέχασε το καθήκον του. Κάθισε, έφαγε, ήπιε, κέφισε και άρχισε να παρακολουθεί τον χορό με άλλο μάτι.
Λίγο αργότερα σηκώθηκε να χορέψει και η παρέα του. Έβαλαν μπροστά τον Στάθη να σύρει τον χορό κι εκείνος ζήτησε το τσάμικο «Κατακαημένη Αράχωβα». Τα όργανα άρχισαν να παίζουν αργά και περήφανα, κι ο Στάθης χόρευε με λεβεντιά, έφερνε στροφές, πηδούσε ψηλά, σφύριζε και ξεσήκωνε το καφενείο. Όλοι τον χειροκροτούσαν.
Όπως συνέβαινε πάντα στα πανηγύρια, άρχισαν και τα κεράσματα. Όταν έφτασε στον Στάθη ο δίσκος με τα γεμάτα ποτήρια μπύρας, πήρε το δικό του, το ήπιε μονορούφι και, μέσα στο κέφι της στιγμής, το πέταξε με δύναμη κάτω. Τα γυαλιά σκορπίστηκαν παντού. Αυτό ήταν αρκετό για να παρασυρθούν κι άλλοι, κι έτσι εκείνο το βράδυ έγινε στο καφενείο κάτι που δεν είχε ξαναγίνει ποτέ. Δυο χωροφύλακες που παρακολουθούσαν απ’ έξω δεν μπόρεσαν να επιβάλουν την τάξη και το πανηγύρι τελείωσε με πολλά απρόοπτα.
Απόσπασμα από την «Περιπέτεια στην Πελοπόννησο». Η φωτογραφία προέρχεται από το αρχείο του συγγραφέα Σ. Κόλλια, «Πειραιάς 1955».

