Γράφει ο Γιώργος Μπούσουλας
Σε αυτή τη χώρα είχαν δικαίωμα να θέσουν υποψηφιότητα, να μπουν στη Βουλή, να γίνουν υπουργοί και να διεκδικήσουν την εξουσία άνθρωποι γραφικοί, επικίνδυνοι, βαθιά προβληματικοί. Πέρασαν από το πολιτικό σύστημα κάθε λογής «σωτήρες»: τηλεπωλητές θαυμάτων, πρόσωπα που πόνταραν στη γελοιότητα, στη χυδαιότητα ή στο σκοτάδι, τύποι που κουβαλούσαν βίαιο παρελθόν, οικονομικά σκάνδαλα, μίζες, εξουσιομανία και καθαρή ανικανότητα. Άλλοι έγιναν γνωστοί για τις σχέσεις τους, άλλοι για τις ατάκες τους, άλλοι για τα χέρια τους, άλλοι για τα ψέματά τους. Και όμως, όλοι αυτοί κρίθηκαν «θεμιτοί» για το πολιτικό παιχνίδι.
Και μέσα σε αυτό το τοπίο, κάποιοι αναρωτιούνται αν έχει δικαίωμα να κατέβει στην πολιτική η Μαρία Καρυστιανού. Μια γυναίκα που δεν πούλησε παραμύθια, δεν ανέβηκε πάνω σε lifestyle, δεν εκμεταλλεύτηκε τηλεοπτικό χρόνο για αυτοπροβολή. Μια μάνα που οδηγήθηκε στη δημόσια σφαίρα επειδή της σκότωσαν το παιδί και επειδή είδε ένα κράτος να αποτυγχάνει να αποδώσει δικαιοσύνη. Αν όλοι οι προηγούμενοι είχαν θέση στο δημόσιο βίο, τότε η αμφισβήτηση του δικαιώματος της Καρυστιανού δεν είναι πολιτική κριτική. Είναι καθαρή υποκρισία.
Το δικαίωμά της να κατέβει στην πολιτική είναι αυτονόητο, όπως και κάθε πολίτη. Αν θα πείσει, αν θα αντέξει, αν θα πετύχει, θα το κρίνει ο λαός. Όχι τα τρολ, όχι οι ειρωνείες, όχι όσοι ενοχλούνται επειδή αυτή η παρουσία δεν ελέγχεται, δεν εκβιάζεται και δεν κουμπώνει στο γνώριμο σάπιο καλούπι. Σε μια χώρα που έχει ανεχτεί σχεδόν τα πάντα, το να στοχοποιείται η Καρυστιανού λέει περισσότερα για το σύστημα παρά για την ίδια.
